Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Της επιστροφής





Μόλις έπεσε ο ήλιος, έπεσα και γω. Στο χώμα. Ολημερίς δεν είχα αγγίξει μπουκιά κι ήταν η δεύτερη, η τρίτη μέρα; ούτε που θυμάμαι. Σκάλιζα τις πέτρες μπας και βρω καμιά ρίζα παραπάνω, λίγο νωρίτερα από αυτά που πια με ακολουθούσαν και δεν μ άφηναν να αγγίξω ούτε τα χαρούπια τους. Πεσμένος έτσι κάτω, εξαθλιωμένος και μόνος, έμεινα κι εγώ δεν ξέρω πόσην ώρα. Να βολοδέρνω με σκέψεις και ερωτήματα. Κι αν ...εκείνο, κι  αν... αυτό, κι αν, κι αν, ώσπου απόκαμα τελείως. Και τότε, λίγο πριν κλείσουν τα βλέφαρα-ή μήπως είχαν κλείσει;- άρχισα να συλλογιέμαι. Κι αν γύριζα πίσω; κι αν πρόστρεχα στον πατέρα μου; Με κοίταξα. Πού είναι τα ωραία μου ρούχα, τα δαχτυλίδια μου, τα στολίδια μου...  κακομοίρης... Κι εδώ όμως έχω πιάσει πάτο... Ναί, πάτο πως αλλιώς να το πω, να βόσκω γουρούνια, γουρούνια! Μια ιδέα άρχισε να λάμπει στο σκοτεινό μυαλό μου. Ας πάω πίσω και ας κάνω εκεί τον εργάτη. Ένα κομμάτι ψωμί θα το έχω... Τόσους και τόσους εργάτες τρέφει ο πατέρας μου. Ναι, αυτό θα του πω. Κι η σκέψη αυτή με βοήθησε να κοιμηθώ. Αύριο, είπα, πρωί-πρωί. Και κίνησα, λίγο πριν φανεί η πρώτη ηλιαχτίδα. Στο δρόμο, σαν φράση παρηγορητική, έλεγα και ξανάλεγα, θα του πω, πατέρα δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου- κάνε με έναν από τους εργάτες σου. Και ξανά, και ξανά και ξανά. Μέχρις που έφτασα στη στροφή του δρόμου, μέχρις που κοίταξα το σπίτι. Πότε βρέθηκα να κλαίω στον ώμο του, πότε να περπατάω πλάι του μήτε που το κατάλαβα. Άρχισα να ψελλίζω τα λόγια μου, πατέρα δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου μα μήτε κι αυτά τα τέλειωσα. Μ΄ έντυσε, με στόλισε και μου βαλε δαχτυλίδι στο χέρι. Και τώρα κάθομαι φρεσκολουσμένος εδώ δίπλα του και τον κοιτώ. Κι αυτό με πειράζει, ναι, και με ενοχλεί. Μα να μην καταλάβω τόσο καιρό τί Πατέρα είχα!


Του Σπλαχνικού Πατέρα ή του Ασώτου

Πηγή φωτογραφίας http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.gr/2013/03/blog-post_2.html


Πρώτη δημοσίευση

Σέβη Κωνσταντινίδου

Ποιος είναι ο Θεός των Χριστιανών α μέρος