Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Σύντροφοι


                                                                                               Στη Μαρία Π. και στον Άκη μας





Νύχτες, ακούσιας ξαγρύπνιας.
Παρέα ένα καντήλι να κοιτώ, αναμμένο
αν και δεν έβλεπα.
Πρόσωπα αγαπημένα, ειρηνικά.
Από παιδί - στους σκοτεινούς τους δρόμους της ψυχής που δεν επιμελήθηκα-
Ήρεμα με αγκάλιαζαν ακοίμητα, οι εικόνες.
Μικρό ξωκλήσι του  χωριού, τ’ Αϊ Γιώργη – κεριά αναμμένα.
Θύμισες. Πως εξεχάστηκα;
Κι ο Σταυρός εκεί. Με το Χριστό να με πονάει, με την αταίριαστη αγάπη Του.
«Διακονείσαι αυτός ελήλυθα… τω πτωχεύσαντα Αδάμ»
Ακούραστη  κι εγώ εκεί μαζί αλλά και χώρια μακριά
Να χάνομαι. Διαδρομές  που καίνε.
Δίψασα, «νερό με ξύδι ήπια».
Ακούνητη ώρες πολλές, στα  άβαθα – βαθιά του κόσμου ετούτου.
«Μη μεριμνάτε δεν θυμόμουνα.»
Μικρά, φθαρτά, φθοροποιά, ανέλπιδα
με τύλιγαν  σφιχτά, με έπνιγαν.
Υπερτερούσαν πάντων.
Τα άφηνα, να με σκοτώνουν. Πλήρωνα.


Τα πρόσωπα, τα φωτεινά  «ακούραστα». Παρηγορούσαν.
Κι όταν ξανά πίσω  εκεί γυρνώ, ώρες μοναχικές, αβάσταχτες.
Εκείνοι εκεί. Για να μας σώζουν -πάντα-  τώρα τους  βλέπω.

Μάλιστα. Να  φτάσω ως το  τέρμα  έπρεπε; Για να ειδώ ξανά τα
χνάρια τους; Προσπέρναγα.
Τώρα τους βλέπω. Αληθινά εντός μου.
Το  φως τον δρόμο  έδειξε  - oι προσευχές μας -  τον φωτεινό  και τον μεγάλο, τον παντοτινό.
Τώρα εδώ,  όπως εκεί  τότε, ακούραστοι πνευματικοί φρουροί άγγελοι, Άγιοι, Χριστός, να μας συντρέχουν.
Για να μας σώζουν, όπως εκείνοι ξέρουν.
Ακούραστοι, όχι για μένα μόνο.
Για όλους, τους πολλούς που εκούσια να τους θωρούν, επέλεξαν.
Κι άλλοι δυο μαζί μου - τώρα -  και τόσοι άλλοι, άσημοι αδύνατοι, βασανισμένοι  - ποτέ μην πεις μόνο σε εμένα - έτυχε
Δικοί μου και  Δικοί  τους κι άλλοι πολλοί - Όλοι μας - Μαρία, Άκης, «Διγενής» κι δυο τους ας σταθούνε.
Προσεύχομαι.
Δύσκολα τα ανθρώπινα, με την σειρά του  ο καθένας μας. Τώρα καθώς εφαίνεται,  δικιά μας είναι, ας πολεμήσουμε όσο μπορούμε.
Βασανισμένοι οι θνητοί. «Οι αβασάνιστοι θεοί πώς να νοήσουν»;
Όμως εμείς, Θεό βασανισμένο επιστέψαμε.
Συντρόφους έχουμε, Θεό, ξένο, εσταυρωμένο, πόνεσε πριν από μας.
«Γνωρίζει»
Χρωστώ πολλά. Πρέπει να δίνω, όπως μου δόθηκαν.
«Φως και πάλι φως  η ψυχή που μάχεται» κατά τον ποιητή και πάλι.                  .                



Ζάγκα Αλεξάνδρα ΠΕ01
φωτογραφία 95C/pixabay

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Τυγχάνω Άνθρωπος



















Μια  φεγγαρολουσμένη Θεό ακούμπησε, την άγγιξε.
Ήρθε  και στάθηκε, προσπέρασε, ανάμεσα μας
Τις αύρες δεν τις  βλέπουμε, μόνο σκιές θωρούμε
Θρόισε. Στάλαξε. Χαρά.
Ποιος να την είδε; τυχερός θα στάθηκε.
Στα σκοτεινά νερά  Στυγός, τα μυστικά, μέσα σε βράχο χρίστηκε
Λούστηκε με νερό πηγής καθάριας, γάργαρης
το χάρισμα  των ποιητών προικίστηκε
Της δόθηκε. Πολύτιμο, ξεχωριστό, βαρύ φορτίο
Πάντως, του κόσμου τούτο – όχι-
Μικρή, ανυποψίαστη, ανίδεη, μα  λένε και γραμματισμένη,
γι’ αλλού ξεκίνησε.
Τους ποιητές αγάπησε, τους Άλλους θέλησε.
Τους ποιητές που στον αιώνα  τούτο -παραφράζοντας-  δεν λησμονήθηκαν
Αχ! τα μεγάλα, τα Αέναα , τα αρραγή, τα άρρητα,  επέλεξε
Με αίμα ακριβά αυτά πληρώνονται.
Ο λόγος και οι λογισμοί. Το  ξέρει άραγε;
Μα ποιος εννόησε;  Αλήθεια. Μόνο τη λήθη, εύκολη καθώς είναι.
Οι ποιητές όταν  τους κουβαλάς  σε κάνουν να πονάς, να νοιώθεις,
να ρημάζεις, να αληθεύεις.
Να γίνεσαι Άνθρωπος. Αγώνα θέλει. Επίπονο.
Σ΄ αυτό τον κόσμο τον Μικρό  κι όχι τον Μέγα,
στον κόσμο ετούτο που φέρει  άδικο
που  με τα  χέρια τ’ άδεια, τα φονικά, σε καρτερεί,
παγίδα να σου στήσει,
αντίδωρο , καντήλι αναμμένο,  μην προσδοκάς.
Την αγκαλιά του Ιούδα, σου ετοίμασε από καιρό δοσμένο το φιλί
 – αρχέτυπο-   κι αυτό . Για σκέψου;  Στον  ίδιο Τον  Θεό εδόθητε.
Πόσο σ’ εμάς;  Για να ρωτάς, δεν είναι.
Κι εμείς, ψηλά θωρούμε.
Ανυπεράσπιστοι μπροστά στο βόλι  πως σταθήκαμε;
Κι όμως, η ομορφιά, η λύπη, ο Σταυρός, οι ποιητές, οι άνθρωποι, δεν χάθηκαν.
Μαζί μ΄ αυτούς τους λίγους, τους πολλούς θα περπατήσουμε αντάμα.
Μ΄ Αυτούς  τους  λίγους, τους πολλούς, τους ξένους, τους σαλούς,
τους Άγιους, τους  ποιητές, το ξαναλέω, θα πορευτούμε.
Με τα μεγάλα, τα αδιάβατα, τα δύσκολα,
τα επιλεγμένα -ελεύθερα- από εμάς, όχι από ανάγκη,
αυτά που μας επέβαλλαν.
Ψεύτες, ανήθικοι, άτιμοι, μικροί  θεοί με χώμα και νερό πλασμένοι.
Οι πουλημένοι αργυραμοιβοί και Φαρισαίοι, οι ά-σχημοι.
Κι ο έρωτας των ποιητών για όλα,  σκληρός, μοναχικός, φωτιά , σφραγίδα με πυρωμένο σίδερο, δροσιά αντάμα, πες μου, πως γίνεται;  Ίσως, από ουσία θεϊκή πλασμένος.
Παυσίλυπος, την κάθαρση να φέρνει.  
Κι  ο θάνατος, αθάνατος  χωρίς Θεό στην βιωτή μας.
Νικιέται με τους  ποιητές, ανθρώπους που ουρανό ψηλά κοιτάνε.
Κι όλα σκορπίζονται  ξανά, θαρρώ,
στ΄ αλώνι το μεγάλο της ζωής μας,
φλούδες, αερικά γίνονται, πεθαίνουν
όταν  με την χαρά, το δίκαιο, τον έρωτα, την πίστη, την αλήθεια αναμετριούνται.
Που ο σπόρος είναι.
Ξαναγεννιέται.
Καθώς το γράφει … ο ποιητής  - και τι δεν κάνατε για με θάψετε όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος-μια και με  λόγια ποιητών  μιλάμε.
Έτσι, πιο νέοι, πιο αγνοί , πιο δυνατοί μόνο με αγώνα προχωράμε.
Κι όποιος της ζωής μας θάνατος σκορπίζεται, αναδιπλώνεται, φοβάται. Τυχεροί πως είμαστε – τολμώ να πω-  απ΄ την αγάπη  το δόσιμο  στους άλλους είδαμε,
πρόσωπα.
Από εκείνους τα δώρα τα πολύτιμα που πρόσφερες  σου επιστρέφονται.



Αλεξάνδρα Ζάγκα
φωτογραφία LoggaWiggler/pixabay

Πηγή Παυσίλυπον